Τι είναι η γκανιότα;

Οι εταιρίες στοιχημάτων, γνωστοί και ως bookmakers, είναι επαγγελματίες στο είδος τους και ως στόχο έχουνε να κερδίζουν χρήματα από τους παίκτες και όχι να τους χαρίζουν, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι. Ο τρόπος με τον οποίο οι bookmakers επιτυγχάνουν να έχουν σταθερό μακροχρόνιο κέρδος είναι η γκανιότα.

Έτσι από ένα παιχνίδι (είτε ποδοσφαιρικού στοιχήματος είτε τυχερού παιχνιδιού ενός καζίνου), η προμήθεια του διοργανωτή, δηλαδή το ποσοστό κέρδους του ονομάζεται γκανιότα. Ανοίγοντας το κουπόνι του ΟΠΑΠ “παμε στοίχημα” παίρνουμε τυχαία ένα αγώνα ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον ΠΑΟΚ. Οι αποδόσεις είναι:

1:2.40      X:3.30    2:2.55

Ο μαθηματικός τύπος με τον οποίο υπολογίζουμε την γκανιότα είναι:

ΑΠ1, ΑΠΧ, ΑΠ2 είναι η απόδοση του άσου, της ισοπαλίας και του διπλού αντίστοιχα. Οπότε υπολογίζουμε ότι για το παιχνίδι που διαλέξαμε η γκανιότα είναι περίπου 10%. Τι ακριβώς όμως σημαίνει αυτό; Σημαίνει πολύ απλά ότι οι αποδόσεις που προσφέρονται για ποντάρισμα στο παιχνίδι αυτό είναι μειωμένες κατά 10% από τις αποδόσεις που θα έπρεπε να υπήρχαν. Αυτό γίνεται γιατί το συγκεκριμένο παιχνίδι προσφέρετε για ποντάρισμα και μόνο του. Φανταστείτε όμως να μην είχαμε αυτή την δυνατότητα και να έπρεπε να σχηματίσουμε τριάδα αγώνων. Σε μια τέτοια περίπτωση η συνολική γκανιότα του δελτίου μας μπορεί πολύ εύκολα να ξεπεράσει ακόμα και το 40%. Και αυτός είναι ο κύριος λόγος που οι παίκτες που παίζουν συστηματικά τριάδες δεν έχουν πιθανότητες να βγάλουν χρήματα, σε βάθος χρόνου από το στοίχημα.

Αντίθετα από τους παίκτες οι bookmakers έχουν εξασφαλισμένο το μακροχρόνιο κέρδος και χωρίς βέβαια να ποντάρουν στην γκανιότα. Το μόνο που τους χρειάζεται είναι να «σπάσουν» παιχνίδια που πόνταραν πολλά λεφτά πολλοί παίκτες, δηλαδή δύο με τρία σίγουρα φαβορί σε κάθε δελτίο του Σαββατοκύριακου.

Η γκανιότα των τυχερών παιχνιδιών ενός online casino με την γκανιότα στο αθλητικό στοίχημα έχει πολύ μεγάλη διαφορά. Παίρνοντας για παράδειγμα την ρουλέτα, η γκανιότα δεν αφήνει σχεδόν κανένα περιθώριο μακροχρόνιου κέρδους. Η διαφορά όμως είναι ότι στη ρουλέτα η γκανιότα είναι σταθερή και προκαθορισμένη ενώ στο στοίχημα αλλάζει σε κάθε αγώνα. Οι έμπειροι παίκτες αναζητούν πιθανά λάθη στις αποδόσεις από τους bookmakers, με σκοπό να τα εκμεταλλευτούν.

Η γκανιότα εξαρτάται και από τις εκδοχές του στοιχήματος. Όσες περισσότερες είναι οι εκδοχές τόσο μεγαλύτερη είναι και η γκανιότα. Συγκεκριμένα σε έναν αγώνα έχουμε 24 διαφορετικές εκδοχές για το ακριβές σκορ, που σημαίνει ότι η γκανιότα φτάνει ακόμα και το 60%, κάτι που μας εξηγεί την δυσκολία της επιτυχίας ενός τέτοιους είδους στοιχήματος. Βέβαια ισχύει και το αντίθετο. Όταν ποντάρουμε under ή over, που είναι μόνο δύο οι πιθανές εκδοχές η γκανιότα μειώνεται και πέφτει και κάτω από 10%.

Έτσι καλό είναι να προσπαθείτε να μειώσετε την γκανιότα στο παιχνίδι σας, επιλέγοντας να παίξετε στοιχήματα με δύο πιθανές εκδοχές, στοιχήματα πρόκρισης και στοιχήματα με το ασιατικό πλεονέκτημα, όπου η ισοπαλία αφαιρείτε και η γκανιότα φτάνει περίπου στο 6%.

Comments are closed.